Υπομονή VS ανοχή

Ξέρεις…
Ήμουν πάντα ανυπότακτα ανυπόμονη
και υποτακτικά ανεκτική.

Ήθελα αυτό το λίγο που είχαν
να μου δώσουν για να ταΐσω με ψίχουλα
την ψυχή μου που ψωμολύσσαγε γι’ αγάπη.
Και το ήθελα. ΤΩΡΑ!
Ίσως γιατί, μέσα μου,
ήξερα καλά ότι ήταν τόσο λίγο
και ήλπιζα τουλάχιστον
να το πάρω άμεσα.
Σαν junk food, ρε παιδί μου.
Που ξέρεις ότι είναι διατροφικό σκουπίδι,
αλλά το τρως γιατί είσαι στο δρόμο
και πεινάς.

Και ανεχόμουνα το “λίγο” τους,
ανεχόμουνα τα παιχνιδίσματά τους
με την ανοχή μου,
ανεχόμουνα ακόμα και την συναισθηματική υποσίτισή μου ή και την ασιτία μου, μερικές φορές.
Ξέρεις, όταν ο άλλος έχει θέση ισχύος και ξέρει ότι αυτό που έχει
το κοιτάς και ξερογλείφεσαι σαν πεινασμένο κουτάβι,
μπορεί να σε παίξει σαδιστικά.
Μέχρι ένα σημείο, βέβαια.
Κι είναι το σημείο που αποφασίζεις
ότι ή θα τα’ χεις όλα ή δεν θες τίποτα.
Όχι όμως το λίγο. Αυτό είναι θάνατος!
Όλα ή τίποτα.
Και σπας τις αλυσίδες σου.
Και προχωράς στο άγνωστο.

Και κάπου εκεί,
περιπλανώμενος…
Λες και πέφτει κεραυνός και
έρχονται, μαγικά,
οι συνθήκες τούμπα.
Και γνωρίζεις Αυτόν, τον Ένα, τον Μονα-δικό σου.
Κι επειδή η ζωή δεν σου ‘δωσε ποτέ τίποτα εύκολα,
συνεχίζει την παράδοση…

Κι εκεί καλείσαι να κατανικήσεις όλη την ανυπομονησία σου,
που πια, όμως, είναι χαρακτηριστικό σου, ίσως από συνήθεια.
Και παλεύεις πολύ να το κάνεις.
Γιατί η συνήθεια και οι άμυνες,
αυτές οι ρημάδες οι επίκτητες είναι κακό πράγμα.

Αλλά εδώ υπάρχει διαφορά…
Μάχεσαι με την ανυπομονησία σου
και την υποτάσσεις
γιατί η ανοχή σου δεν χρειάστηκε ποτέ να κάνει εκκίνηση και να bootάρει.
Και τελικά..
Καρτέρησες πολύ, μα δεν ανέχτηκες καθόλου.

Και η ψυχή σου δεν ψωμολύσσαξε ποτέ
περιμένοντας.
Ούτε κανείς σου κούναγε μπροστά στα μούτρα
τη λιχουδιά για να σε εκπαιδεύσει να κουνάς την ουρίτσα σου.
Σου σέρβιρε σε κατάλευκα πορσελάνινα πιάτα λίγο λίγο τα καλοφτιαγμένα μεζεδάκια,
μέχρι να βγει το κυρίως πιάτο.
Σ’έναν ολάνθιστο φωτισμένο κήπο σπιτιού.
Βράδυ. Που ο ουρανός και η θάλασσα γίνονταν ένα.
Κι όσο δοκίμαζες,
τόσο πιο πολύ λαχταρούσες την ώρα του κυρίως πιάτου.
Αλλά η ψυχή σου δεν αφέθηκε πεινασμένη πραγματικά. Ποτέ.

Γιατί στα ‘πα όλα αυτά, όμως;!
Α! Ναι!

Οι συνθήκες φλέρταταν πολλές φορές
με τα πρώην στενά όρια της υπομονής μου,
αλλά εσύ δεν έπαιξες ποτέ με την ανοχή μου.

Και κέρδισες. Εμένα.
Και κέρδισα κι εγώ. Εσένα.
Γιατί οι συνθήκες αλλάζουν,
αλλά οι ψυχές που σέβονται δεν αλλάζουν._