Τα όνειρα είναι σαν μια αρμαθιά μπαλόνια._

Έξω είναι χειμώνας
και φυσάει μανιασμένα.
Με ένα λεπτό ζακετάκι βγήκα,
νόμιζα ότι θα έχει ήλιο.
Ή απλά αυτό ήθελα να πιστεύω.
Δεν κοίταξα καλά την συννεφιά που κατέβαζαν τα βουνά…

Κρυώνω, νιώθω την παγωνιά μέχρι το κόκκαλο.
Σχεδόν ανυπεράσπιστη, όπως πάντα,
με μόνες δυνάμεις τις δικές μου
και τις αλλότριες κόντρα.
Κυρίως της φύσης και της τύχης μου.

Κρατάω τα μπαλόνια μου στα χέρια προσπαθώ να τα προφυλάξω,
να μην μου σκάσουν,
αλλά ο αέρας είναι δυνατός,
και εκείνα χτυπάνε μεταξύ τους.
Τρίζουν και χτυπιούνται.
Χτυπιούνται και τρίζουν.
Μεταξύ τους και σε ό,τι με περιβάλλει.

Και δεν θέλω να μου φύγουν από τα χέρια.
Περίπου πεισματικά, ίσως λίγο κακομαθημένα,
αρνούμαι να τα αφήσω να φύγουν.
Είναι δικά μου, διάολε, τα φούσκωσα ένα-ένα και τα πνευμόνια μου κουράστηκαν να το καταφέρουν.
Ήταν ζόρικα βλέπεις και τα πνευμόνια μου άμαθα, μα κουρασμένα παράλληλα.

Αλλά, σκέφτομαι, μήπως τελικά ο κόπος που καταβάλω για να τα προφυλάξω,
με κόντρα καιρό,
τσουχτερό κρύο και αέρα λυσσαλέο,
είναι μάχη άνιση
με αποτέλεσμα προαποφασισμένο από άλλον, σχεδόν;

Και μήπως τελικά, αν τα άφηνα από τα χέρια μου,
μαζί με εκείνα, θα απελευθερωνόμουν και εγώ;

Μήπως μου είναι βάρος τελικά η φροντίδα τους;

Έξω έχει βαρύ χειμώνα,
κρύο και βροχή.
Με αέρα που ουρλιάζει ανάμεσα στα δέντρα.
Νυχτώνει.

Και εγώ, ντυμένη για καλοκαιρία,
βρήκα βαρυχειμωνιά.
Και στέκομαι με μάτια υγρά να αναρωτιέμαι αν είναι η ώρα να αποχωριστώ τα μπαλόνια μου.

Τί θα νικήσει;_