Ξέρω πώς νοιώθεις…

Βλέπω το σκοτάδι σου, μα βλέπω κ εκείνη τη σπίθα που ‘χεις κολλημένη στην καρδιά κ ξέχασες οτι ακόμα σιγοκαίει…

Ακούω την ανάσα σου που κόβεται από αγωνία κ φόβο, μα ακόμα ανασαίνεις…

Μυρίζω το χώμα που μούλιασες από τα δάκρυά σου, μα δεν σε έχει ρουφήξει ακόμα μέσα του…

Γεύομαι την πίκρα που έχει ποτίσει κάθε κύτταρο της ύπαρξής σου…

Αγγίζω … αγγίζω το τελείωμα της σκάλας που εχω μπροστά μου… την αρχή της, την έχεις εσύ μπροστά σου… 

Θέλω να βγεις κ εσύ στην επιφάνεια…
Με τις γρατσουνιές σου, με τις μελανιές κ τα γδαρσίματά σου… 
Πάλεψε με όλη την ψυχή σου κ βγες … 

Σε περιμένω εκεί. 

Στην κορυφή του πηγαδιού. 

Στο τέλος του ανηφορικού τούνελ. 

Εκει που τώρα βλέπεις μόνο ένα τοσο δα φως. Εκει ειμαι.

Εγώ ανέβηκα. 

Εσύ θα μείνεις εκεί;

Έλα! Σε περιμένω!

Για σένα, Π.