… κι αν μπορέσεις, μη μ’αγαπήσεις.

Να, ξέρεις..
Είναι μερικά βράδια που κάθομαι και σκέφτομαι πώς έφτασα μέχρι εδώ.
Στο όποιο “εδώ” σου κι αν βρίσκομαι
το εκάστοτε βράδυ.
Από πού ξεκίνησα,
πώς πορεύτηκα,
και πού βρίσκομαι τώρα.
Μερικές φορές, προσπαθώ
και να οραματιστώ το πού θα βρεθώ.
Αλλά το σταματάω, γιατί η ζωη έχει, συνήθως, άλλα σχέδια για μένα
απ’αυτά που έχω εγώ για ‘κείνη.

Απόψε είναι ένα τέτοιο βράδυ…
Και θυμήθηκα ότι ξεκίνησα ένα καλοκάγαθο κι υπερδοτικό πλάσμα.
Πάντα δίψαγα γι’αγάπη.
Δεν είναι ότι δε μ’αγαπούσαν,
άλλωστε, απ’τη δίψα μου προσπαθούσα υπερβολικά.
Είναι,όμως, που η αγάπη τους ήταν στα δικά τους μέτρα,
κι όχι στα δικά μου.
Εγώ είχα μια μεγάλη καρδιά
κι η αγάπη τους μου’πεφτε στενή.
Με πίεζε, δεν αντιδρούσα
κι ας ένιωθα ότι κάτι δεν πάει καλά,
πείστηκα με τα χρόνια ότι μάλλον έτσι είναι η αγάπη.
Στενή και κάπως πιεστική.

Ωστόσο, είχα πάντα αγάπη να δώσω.
Δεν ξέρω πού την έβρισκα.
Αν γεννήθηκα με τεράστια αποθέματα ή
μέσα μου υπήρχε ένα εργοστάσιο παραγωγής της.
Υποθέτω ότι δεν έχει σημασία.

Έδινα πάντα την αγάπη που χρειαζόταν ο άλλος.
Μέχρι εκεί που μπορούσε ν’αντέξει,
να διαχειριστεί και να απορροφήσει.
Στα μέτρα του. Πάντα.

Είχα πάντα ένα χαμόγελο
που μαλάκωνε και τους πιο σκληρούς
κι απόμακρους ανθρώπους.
Δεν ξέρω αν ήταν ευγένεια ψυχής.
Αλλά πάντα μαλάκωνα τους δύσκολους ανθρώπους, μ’ένα τρόπο.
Αγέλαστοι, σε άλλους, άνθρωποι
εμένα μου χαμογέλαγαν.
Ήταν η επιμονή μου που δεν σταμάτησα ποτέ να τους χαμογελάω;
Τους απέδειξα ότι δεν έχω δόλο;
Δεν ξέρω. Αλλά συνέβαινε.

Κι έτσι, κατάλαβα ότι το μόνο που
μπορεί να μαλακώσει έναν άνθρωπο
ήταν η αγάπη. Στα μέτρα του, όμως.

Κι τώρα πια σε προκαλώ ανοιχτά:
Ζήσε δίπλα μου
κι αν μπορέσεις, …μη μ’αγαπήσεις._

Για κάτι λάθη και κάτι πάθη®