Η ιστορία μου, όπως και αν τελειώσει, ΔΕΝ θα γράφει πουθενά “τα παράτησε”._

Αν με ρωτήσεις πώς νιώθω τελευταία
θα σου πω με αφοπλιστική, όπως πάντα, ειλικρίνεια:
Σαν παλαίστρια με ματωμένες τις κλειδώσεις και των δύο χεριών
η οποία συνεχίζει να χτυπά τον σάκο του μποξ
για να μην τον φάει στα μούτρα
και πέσει κάτω αποκαμωμένη και ανήμπορη- δεν έδωσα ποτέ ενσυναίσθητα την πολυτέλεια στον εαυτό μου να πέσει κάτω ανήμπορος.
Γέμισαν τα χέρια μου πληγές που ανοίγουν και αιμορραγούν από τα χτυπήματα που αναγκάζομαι να δώσω.
Που κλείνουν και ξανανοίγουν.
Τις τύλιξα, τις φρόντισα.
Πότισαν τους επιδέσμους μου με αίμα.
Συνεχίζω. Πάντα θα συνεχίζω.

Τα χέρια μου τα ματώνω παλεύοντας
πολλά χρόνια.
Και πια, έμαθα να παλεύω.
Λες και έγινε φύση μου πλέον.
Και ας κουράστηκα κάπως.
Ξέρεις, μεγαλώνοντας πέφτουν λίγο τα κουράγια σου,
αλλά το πείσμα μου είναι ατέλειωτο.
Θα παλέψω. Και θα νικήσω.
Όσο και αν μου πάρει.

Γιατί πια έμαθα ότι οι πληγές κλείνουν αργά ή γρήγορα,
είναι στη φύση του σώματος να επουλώνονται οι πληγές.
Και ας μην είναι τίποτα πια το ίδιο μετά.
Γιατί ναι μεν οι πληγές κλείνουν,
αλλά αφήνουν σημάδια,
και προκαλούν σκληρύνσεις στο δέρμα.
Και μαθαίνεις να γίνεσαι πιο ανθεκτικός.
Όλο και πιο πολύ.
Αναγκαστικά.
Σκληραίνεις.

Αν με διαβάζεις καιρό,
θα πεις “Αυτό είναι το κορίτσι μου. Το απαράδοτο. Το πεισματάρικο. Το δυνατό.”

Και, ναι, θα παλεύω πάντα…
Μέχρι τον τελευταίο χτύπο της καρδιάς μου.
Μέχρι τον τελευταίο ήχο της φωνής μου.
Μέχρι το τελευταίο πετάρισμα των βλεφάρων μου.
Μέχρι την τελευταία μου ανάσα.
Μέχρι την τελευταία μέρα που θα ξημερώσει για μένα.
Θα παλεύω.
Και ας είναι άδικο- δικαιούμουν να κουρνιάσω και εγώ κάποτε.
Δεν πειράζει.

Στο άπειρο και ακόμα παραπέρα.
Δεν παραδίνομαι. Θα συνεχίσω.

Η ιστορία μου, όπως και αν τελειώσει,
δεν θα γράφει πουθενά “τα παράτησε”._