“Εσύ είσαι το σπίτι μου” (δις)

“Δεν πάω πουθενά. Το καταλαβαίνεις;;”, της είπε.
“Ούτε εγώ”, του απάντησε.

Και κάπως έτσι
για μια ακόμα φορά, 
που μπορεί να μην ήταν η πρώτη,
μπορεί να μην είναι η τελευταία,
αλλά είναι σίγουρα πολύτιμη,
επισφραγίστηκε ανάμεσα σε τρυφερά βουρκωμένα γράμματα
ότι ο ένας αν-οίκει στον άλλον.

Πεισματικά,
από καθαρή επιλογή,
κόντρα σ’ ό,τι φαίνεται λάθος,
ζαλισμένοι από κατακόκκινο πάθος,
δεμένοι με την κόκκινη κλωστή των προορισμένων,
με ανυπόμονη υπομονή,
με βασανιστική λαχτάρα,
για μια ακόμα πολύτιμη φορά
μαρτύρησαν ότι και οι δυο τους
είχαν βρει το σπίτι τους.
Και αν-οίκαν ο ένας στον άλλο.

“Δεν πάω πουθενά, το καταλαβαίνεις;”
“Ούτε εγώ”
“Δεν θέλω να πάω πουθενά,
εσύ είσαι το σπίτι μου” (δις) ._