Δεν θα σου υποσχεθώ μια εύκολη ζωή.

Δεν θα σου υποσχεθώ ότι
θα σου κάνω τη ζωή εύκολη.
Βλέπεις, δεν έχω ιδέα πώς
μπορεί να είναι μια εύκολη ζωή.

Η δική μου ήταν πάντα δύσκολη.
Απ’τη μήτρα της μάνας μου, ακόμα.
Ένα κακοτράχαλο μισοσκότεινο
μοναχικό μονοπάτι που πάντα μύριζε φθινοπωρινή βροχή.
Μετά από μπόρα και πριν από καταιγίδα.
Κρατούσα πάντα μια ταλαιπωρημένη ομπρέλα για καλό και για κακό.
Αλλά η βροχή είχε τόση λύσσα
που η τόση δα ομπρελίτσα ήταν ανίκανη να με προστατέψει.

Κι έτσι, μούσκεμα μέχρι το κόκκαλο,
άλλοτε έτρεχα να ξεφύγω από τους δαίμονές μου,
άλλοτε κρυβόμουν λαχανιασμένη πίσω από δέντρα μη και με βρουν.
Πάντα με έβρισκαν.
Πάντα τους ξεγλίστραγα τελικά.

Πάντα, με τον σωστό ή το λάθος τρόπο, προσπαθούσα.
Να πάω παρακάτω.
Να σωθώ από ό,τι κυνηγάει να με κατασπαράξει.
Να βγω στο ξέφωτο. Που πουθενά δε φαινόταν, αλλά πάντα πίστευα ότι υπάρχει και για μένα ένα.
Θες από ανάγκη επιβίωσης;
Θες από ατεκμηρίωτα αισιόδοξο προαίσθημα;
Δεν ξέρω να σου πω…
Πάντως προσπαθούσα.
Πολλές φορές με λάθος τρόπο.
Αλλά, διάολε, έχω προσπαθήσει τόσο στη ζωή μου!
Εγώ δεν θα σου κάνω τη ζωή εύκολη.
Δεν ξέρω πώς είναι.
Ξέρω μόνο να μην στην κάνω δύσκολη.
Γιατί ξέρω πώς είναι να στην κάνουν έτσι…

Μπορώ όμως να στην κάνω όμορφη.
Όχι γιατί ξέρω πώς είναι η όμορφη ζωή.
Δεν θέλω να ‘μαι άδικη, αλλά αισθάνομαι ότι κανείς ποτέ δεν προσπάθησε πολύ ή έστω επαρκώς, για να ‘χω μια όμορφη ζωή. Έτσι όπως την είχα ανάγκη εγώ για να την χρίσω όμορφη.
Αλλά την έχω φαντασιωθεί τόσες φορές.
Την έχω ονειρευτεί άπειρα βράδια βουρκωμένη.
Είχα τόση ανάγκη να πιστέψω ότι θα γίνει όμορφη η ζωή μου.
Σχεδόν ξέρω πώς είναι,μάλλον.

Εγώ δεν θα σου κάνω τη ζωή εύκολη.
Μπορώ όμως να σ’ την κάνω όμορφη.
Θες; _